| Early childhood is a stage in human development. |
Η πρώιμη παιδική ηλικία είναι ένα στάδιο στην ανθρώπινη ανάπτυξη. |
| It generally includes toddlerhood and some time afterwards. |
Σε ένα γενικό πλαίσιο περιλαμβάνει τη νηπιακή ηλικία και κάποια περίοδο έπειτα από αυτή. |
| Play age is an unspecific designation approximately within the scope of early childhood. |
Η ηλικία του παιχνιδιού είναι ένας ασαφής όρος που εμπίπτει περίπου στο πλαίσιο της πρώιμης παιδικής ηλικίας. |
| Some age-related development periods and examples of defined intervals are: newborn (ages 0–5 weeks); infant (ages 5 weeks – 1 year); toddler (ages 1–3 years); preschooler (ages 3–5 years); school-aged child (ages 5–12 years); adolescent (ages 13–19). |
Ορισμένες περίοδοι ανάπτυξης που συσχετίζονται με την ηλικία και παραδείγματα αυτών των διαστημάτων είναι: νεογνό (ηλικίες 0-5 εβδομάδων), βρέφος (ηλικίες 5 εβδομάδων - 1 έτους), νήπιο ( ηλικίες 1-3 ετών), παιδί προσχολικής ηλικίας (ηλικίες 3-5 ετών), παιδί σχολικής ηλικίας (ηλικίες 5-12 ετών), εφήβους (ηλικίες 13-19 ετών). |
| Infants and toddlers experience life more holistically than any other age group. |
Τα βρέφη και τα νήπια βιώνουν τη ζωή με έναν πιο ολιστικό τρόπο από κάθε άλλη ηλικιακή ομάδα. |
| Social, emotional, cognitive, language, and physical lessons are not learned separately by very young children. |
Οι κοινωνικές, συναισθηματικές, γνωστικές, γλωσσικές και σωματικές δεξιότητες δεν μαθαίνονται ξεχωριστά από τα πολύ μικρά παιδιά. |
| Adults who are most helpful to young children interact in ways that understand that the child is learning from the whole experience, not just that part of the experience to which the adult gives attention. |
Οι ενήλικες που είναι πιο υποστηρικτικοί προς τα μικρότερης ηλικίας παιδιά αλληλοεπιδρούν με τρόπους που αναγνωρίζουν ότι το παιδί μαθαίνει από το σύνολο των εμπειριών, και όχι μόνο από το μέρος το οποίο εστιάζει ο ενήλικας. |
| The most information learned occurs between birth and the age of three, during this time humans develop more quickly and rapidly than they would at any other point in their life. |
Το μεγαλύτερο μέρος της γνώσης αποκτάται μεταξύ της γέννησης και της ηλικίας των τριών ετών, κατά την περίοδο αυτή οι άνθρωποι αναπτύσσουν πιο γρήγορα και ραγδαία απ' ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της ζωής τους. |
| Love, affection, encouragement and mental stimulation from the parents or guardians of these young children aid in development. |
Η αγάπη, η στοργή, η ενθάρρυνση και η πνευματική διέγερση από τους γονείς ή τους κηδεμόνες αυτών των μικρών παιδιών συμβάλλουν στην ανάπτυξή τους. |
| At this time in life, the brain is growing rapidly and it is easier for information to be absorbed; parts of the brain can nearly double in a year. |
Σε αυτήν την φάση της ζωής, ο εγκέφαλος αναπτύσσεται ραγδαία και η απορρόφηση πληροφοριών γίνεται ευκολότερη· ορισμένα μέρη του εγκεφάλου μπορούν σχεδόν να διπλασιαστούν σε έναν χρόνο. |
| During this stage, children need vital nutrients and personal interaction for their brain to grow properly. |
Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, τα παιδιά χρειάζονται βασικά θρεπτικά συστατικά και προσωπική αλληλεπίδραση ώστε να αναπτυχθεί σωστά ο εγκέφαλος. |
| Children's brains will expand and become more developed in these early years. |
Ο εγκέφαλος των παιδιών θα διευρυνθεί και θα αναπτυχθεί περισσότερο κατά τα πρώτα αυτά χρόνια. |
| Although adults play a huge part in early childhood development, the most important way children develop is interaction with other children. |
Αν και οι ενήλικες παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη κατά την πρώιμη παιδική ηλικία, ο πιο ουσιαστικός τρόπος με τον οποίο αναπτύσσονται τα παιδιά είναι μέσω της αλληλεπίδρασης με άλλα παιδιά. |
| Children develop close relationships with the children they spend a large period of time with. |
Τα παιδία δημιουργούν στενές σχέσεις με εκείνα με τα οποία περνούν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. |
| Close relationships with peers develop strong social connections that can be transferred later in life, even children at an early age have a preference of whom they want to interact with or form friendships with. |
Οι στενές σχέσεις με συνομηλίκους ενισχύουν ισχυρούς κοινωνικούς δεσμούς, οι οποίοι μπορούν να μεταφερθούν σε μεταγενέστερα στάδια της ζωής, ακόμα και τα παιδιά σε πολύ μικρή ηλικία δείχνουν προτίμηση ως προς το ποιόν θέλουν να αλληλοεπιδράσουν ή να δημιουργήσουν φιλία. |
| Howes (1983) research suggested that there are distinctive characteristics of friendships, for infants, toddler and pre-school aged children. |
Η έρευνα της Howes (1983) προτείνει ότι υπάρχουν διακριτά χαρακτηριστικά φιλίας για βρέφη, νήπια και παιδιά προσχολικής ηλικίας. |